Η νέα νομοθετική πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία υπερψηφίστηκε με συντριπτική πλειοψηφία από το Ευρωκοινοβούλιο, έρχεται να επιβάλει ένα αυστηρό έγγραφο «βιωσιμότητας» και «διάρκειας ζωής» για τα οχήματα, προκαλώντας μια πρωτοφανή θύελλα στην αγορά των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.
Με το πρόσχημα της τεχνικής επάρκειας και της πράσινης μετάβασης, οι Βρυξέλλες εισάγουν μηχανισμούς που ουσιαστικά θα μπλοκάρουν τη μεταβίβαση ή την κυκλοφορία οχημάτων που κρίνονται ασύμφορα για επισκευή, έχουν σοβαρές ελλείψεις ή δεν έχουν περάσει ΚΤΕΟ για πάνω από δύο χρόνια. Στο στόχαστρο μπαίνουν κυρίως τα παλαιότερα πετρελαιοκίνητα (προ Euro 5 και 6), ενώ ταυτόχρονα προωθείται ο αποκλεισμός τους από τα αστικά κέντρα μέσω ζωνών περιορισμένης κίνησης.
Αυτή η τιμωρητική πολιτική της ΕΕ εφαρμόζεται με τρόπο ισοπεδωτικό, χωρίς την παραμικρή κοινωνική μέριμνα για τα εκατομμύρια των πολιτών που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στο κόστος αγοράς ενός νέου ή έστω νεότερου οχήματος. Η ευρωπαϊκή ελίτ επιλέγει να εθελοτυφλεί μπροστά στο γεγονός ότι η στροφή στην ηλεκτροκίνηση και η γενικότερη ακρίβεια έχουν εκτινάξει τις τιμές των καινούργιων αυτοκινήτων κατά 40% την τελευταία πενταετία, μετατρέποντας ένα βασικό αγαθό μετακίνησης σε απρόσιτη πολυτέλεια για τους πολλούς.
Στο επίκεντρο αυτής της κοινωνικής ανισότητας βρίσκεται η Ελλάδα, όπου η κυβέρνηση Μητσοτάκη φέρει τεράστια ευθύνη για την οικονομική εξαθλίωση των νοικοκυριών. Η χώρα μας κατέχει την αρνητική πρωτιά στην ΕΕ με μέση ηλικία επιβατικών ΙΧ τα 17,5 έτη (όταν στην Ευρώπη είναι 12), ενώ το 60% του στόλου έχει ταξινομηθεί πριν από το 2008.
Αυτή η γερασμένη πραγματικότητα δεν οφείλεται σε κάποια «εμμονή» των Ελλήνων με τα παλιά αυτοκίνητα, αλλά στην απόλυτη οικονομική στενότητα, αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης ακρίβειας και της εξοντωτικής υπερφορολόγησης που συντηρεί και ενισχύει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αντί να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα στήριξης, φορολογικές ελαφρύνσεις ή γενναία κίνητρα ανανέωσης του στόλου, οι Έλληνες οδηγοί εγκλωβίζονται σε μια πολιτική που τους αναγκάζει να ξοδεύουν τα ελάχιστα χρήματά τους σε συνεχείς επισκευές.
Η εφαρμογή αυτών των μέτρων στην ελληνική πραγματικότητα ισοδυναμεί με ένα ιδιότυπο, πραξικοπηματικό κοινωνικό αποκλεισμό. Όταν η δυσαναλογία μεταξύ νέων ταξινομήσεων και διαγραφών διογκώνει συνεχώς τον στόλο και η κυβέρνηση αρνείται να παρέμβει με κοινωνικά δίκαιο τρόπο, το αποτέλεσμα θα είναι δραματικό: χιλιάδες πολίτες της μεσαίας και χαμηλής τάξης θα δουν τα αυτοκίνητά τους να «μπλοκάρονται» και να οδηγούνται αναγκαστικά στην ανακύκλωση.
Με την υπογραφή της ΕΕ και την πλήρη ανοχή —αν όχι σύμπραξη— της κυβέρνησης Μητσοτάκη, μια τεράστια μάζα εργαζομένων και οικογενειών, που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν ένα πανάκριβο «πράσινο» όχημα, θα στερηθούν βίαια το δικαίωμα στην προσωπική μετακίνηση, μένοντας κυριολεκτικά χωρίς αυτοκίνητο στο όνομα μιας βιωσιμότητας που τους εξοστρακίζει.
