Νέα στοιχεία ήρθαν στο φως για το θαλάσσιο drone που εντοπίστηκε στη Λευκάδα, με τα ευρήματα να σχηματίζουν πλέον μια σαφή εικόνα για την ταυτότητα και την πιθανή αποστολή του. Στο εσωτερικό του βρέθηκαν χειρόγραφες σημειώσεις και στις δύο γλώσσες, ουκρανικά και ρωσικά, ενώ τα εξειδικευμένα στελέχη του ΓΕΕΘΑ εξέτασαν κάθε τμήμα της πλατφόρμας, από τα δορυφορικά συστήματα και τα ηλεκτρονικά έως το λογισμικό, την καλωδίωση και τα υποσυστήματα καθοδήγησης.
Το συμπέρασμα της έρευνας είναι κατηγορηματικό: το μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας είναι ουκρανικής προέλευσης και ανήκει στην κατηγορία των USV που έχουν χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα στη Μαύρη Θάλασσα. Η ταυτοποίηση δεν βασίστηκε σε μία μόνο ένδειξη, αλλά στη συνδυαστική αξιολόγηση πολλών ευρημάτων: σειριακοί αριθμοί από δορυφορικά συστήματα επικοινωνίας, αρχιτεκτονική ηλεκτρονικών, διαμορφώσεις λογισμικού και χειρόγραφες σημειώσεις συνθέτουν έναν πλήρη φάκελο τεκμηρίωσης που αναμένεται να διαβιβαστεί στη Λιμενική Αρχή και στη συνέχεια στον εισαγγελέα, καθώς η υπόθεση έχει πλέον σαφή ποινική διάσταση.
Η παρουσία ρωσικής γραφής στο εσωτερικό ενός ουκρανικού drone δεν θεωρείται από τους ερευνητές αντιφατικό εύρημα. Η Ουκρανία είναι χώρα όπου η ρωσική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες σε τεχνικά περιβάλλοντα, εγχειρίδια, βιομηχανικές διαδικασίες και στρατιωτική ορολογία, οπότε είναι απολύτως φυσικό τεχνικοί και μηχανικοί να χρησιμοποιούν τη ρωσική ως γλώσσα εργασίας. Δεν αποκλείεται επίσης η εμπλοκή χειριστών που μιλούν αποκλειστικά ρωσικά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το διπλό δορυφορικό σύστημα που έφερε το drone, στοιχείο που αποκαλύπτει ότι η πλατφόρμα είχε σχεδιαστεί για αποστολές μεγάλης απόστασης, πολύ πέρα από τον ορίζοντα και εκτός απλής ραδιοζεύξης. Η διπλή διάταξη προσφέρει εφεδρεία σε περίπτωση απώλειας σύνδεσης ή παρεμβολής, επιτρέποντας στον χειριστή να λαμβάνει εικόνα και να δίνει εντολές σε πραγματικό χρόνο από εξαιρετικά μεγάλη απόσταση.
Το πιο βαρυσήμαντο επιχειρησιακό συμπέρασμα που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι το drone είχε πιθανότατα ως στόχο νηοπομπή του ρωσικού στόλου στην Αδριατική. Αν η εκτίμηση αυτή επιβεβαιωθεί από τα δεδομένα πλεύσης και τα ηλεκτρονικά ίχνη, τότε η πλατφόρμα είτε έχασε τον έλεγχό της κατά τη διάρκεια πραγματικής αποστολής, είτε εκτράπηκε από την πορεία της, είτε εγκαταλείφθηκε αφού απέτυχε να φτάσει στον στόχο.
Ένα ζήτημα που απασχολεί πλέον σοβαρά τις αρμόδιες υπηρεσίες είναι το ενδεχόμενο το συγκεκριμένο USV να μην ήταν το μοναδικό που κινήθηκε στην ευρύτερη περιοχή. Τέτοιες επιχειρήσεις δεν αποκλείουν τη χρήση περισσότερων πλατφορμών, είτε ως σμήνος είτε ως ανεξάρτητες μονάδες με κοινό επιχειρησιακό σκοπό. Η υπόθεση της Λευκάδας λειτουργεί έτσι ως προειδοποίηση που υποχρεώνει σε αυξημένη επαγρύπνηση στο Ιόνιο και στις θαλάσσιες προσβάσεις προς την Αδριατική, αναδεικνύοντας παράλληλα την πολυπλοκότητα του σύγχρονου ναυτικού πολέμου, όπου μικρές μη επανδρωμένες πλατφόρμες μπορούν να δημιουργήσουν ζητήματα ασφάλειας σε χώρες που δεν αποτελούν άμεσο πεδίο σύγκρουσης.
