Με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να προτρέχει με τους πολεμικούς σχεδιασμούς της ΕΕ μέσω της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής και να στέλνει φρεγάτα ουσιαστικά για ένταξη σε ομπρέλα άμυνας του Ισραήλ.
Να δηλώνει ως «στρατηγικό εταίρο» το βασίλειο των Σαούντ και να χαρακτηρίζει «αυστηρά αμυντική δράση» την αναχαίτιση ιρανικών πυραύλων στο «κρίσιμο» διυλιστήριο της Aramco, στο πλαίσιο μιας αμυντικής συμφωνίας που υπογράφηκε το 2021, όταν μας έκαιγε η πανδημία και όχι οι φλόγες στη Μέση Ανατολή.
Με τον υπουργό Εθνικής Αμυνας Νίκο Δένδια να δηλώνει παράλληλα περήφανος για την επιχειρησιακή ετοιμότητα και να βάζει την Ελλάδα ως πιόνι στον πόλεμο εξαίροντας τον ρόλο της στην προστασία ενεργειακών υποδομών στη Σαουδική Αραβία.
Με τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγό Δημήτριο Χούπη σε ρόλο κυβερνητικού εκπρόσωπου στη γερμανική εφημερίδα «Bild» να υποστηρίζει τον πόλεμο που προστατεύει το Ισραήλ –δήθεν– από «πυρηνική απειλή» με μια ρηχότατη πολιτική ανάλυση και να ζητάει αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη.
Με τον πρωθυπουργικό σύμβουλο Σωτήρη Σέρμπο να δηλώνει με έπαρση ότι η Ελλάδα είναι συνδιαμορφωτής των εξελίξεων, με συμφέροντα «ως μια χώρα και της εγγύς Ανατολής».
Με όλα αυτά η χώρα έχει βουτήξει στη φωτιά του πολέμου που αλλάζει την περιοχή και τις ζωές μας. Με μια λεπτομέρεια: δεν το έχουμε αποφασίσει.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη το πράττει παρότι πάνω από επτά στους δέκα αντιδρούν σε πολλές κυβερνητικές πολιτικές και με γενικευμένη αντίδραση στον πόλεμο ΗΠΑ – Ισραήλ: 73,7% λέει όχι και 86,5% ζητάει ουδετερότητα (GPO), ενώ 72% τον θεωρεί αδικαιολόγητο (Metron Analysis). Και ο αντιαμερικανισμός να φουντώνει ξανά.
