Η τραγωδία των Τεμπών άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη συλλογική συνείδηση της Ελληνικής κοινωνίας...
Ανάμεσα στα πρόσωπα που ταυτίστηκαν – δικαίως – με τον πόνο, τη διεκδίκηση και την ηθική απαίτηση για αλήθεια και δικαιοσύνη, ξεχώρισε η Μαρία Καρυστιανού. Για μεγάλο διάστημα, η παρουσία της στον δημόσιο λόγο είχε έναν ξεκάθαρο, σχεδόν υπερκομματικό χαρακτήρα: ήταν η χαροκαμένη μητέρα, το ανθρώπινο πρόσωπο μιας εθνικής πληγής.
Η απόφαση της Μαρίας Καρυστιανού να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική, είτε μέσω δημιουργίας νέου φορέα είτε μέσω θεσμικής πολιτικής παρουσίας, αλλάζει ριζικά τα δεδομένα. Και μαζί με αυτά, αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο οφείλει να αντιμετωπίζεται από την κοινωνία και τα ΜΜΕ.
Από τη συλλογική συμπάθεια στη δημόσια λογοδοσία
Όπως είπε νωρίτερα σήμερα Σάββατο 10/1 ο Στέφανος Χίος από το μικρόφωνο του ΜΑΧΗ FM 99,8, από τη στιγμή που κάποιος επιλέγει την πολιτική, παύει να βρίσκεται στο απυρόβλητο της ηθικής ασυλίας. Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι πια μόνο η μητέρα που θρηνεί. Έπαψε να είναι η «μάνα των Τεμπών». Είναι μια πολιτική φιγούρα που ζητά ρόλο, λόγο και πιθανόν εξουσία. Και η πολιτική, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, δεν λειτουργεί με συναισθηματικούς όρους, αλλά με όρους διαφάνειας, ευθύνης και ελέγχου.
Η κριτική απέναντί της δεν αποτελεί προσβολή στη μνήμη των θυμάτων των Τεμπών. Αντίθετα, αποτελεί στοιχειώδη σεβασμό στη δημοκρατική διαδικασία, όπως είπε ο Στέφανος Χίος..
Τα ερωτήματα του δημοσιογράφου αμείλικτα: Τι ακριβώς εκπροσωπεί πολιτικά η Μαρία Καρυστιανού; Ποιο είναι το ιδεολογικό της στίγμα; Ποιο το πολιτικό της πρόγραμμα πέρα από τη δικαιολογημένη οργή; Ποιες θέσεις έχει για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, τη δημόσια διοίκηση, το κοινωνικό κράτος;
Η πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα ηθικό αφήγημα, όσο ισχυρό κι αν είναι. Διαφορετικά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε όχημα απλής διαμαρτυρίας ή – χειρότερα – σε εργαλείο χειραγώγησης της κοινωνικής αγανάκτησης.
Ποιος βάζει τα λεφτά;
Και εδώ ανακύπτει ένα από τα πιο ευαίσθητα αλλά απολύτως θεμιτά ερωτήματα:
Ποιος χρηματοδοτεί – ή θα χρηματοδοτήσει – έναν ενδεχόμενο νέο πολιτικό φορέα υπό τη Μαρία Καρυστιανού;
Η πολιτική δράση, ιδίως σε εθνικό επίπεδο, δεν είναι άυλη. Απαιτεί πόρους, οργάνωση, επικοινωνιακή στρατηγική. Κανένας πολιτικός σχηματισμός δεν λειτουργεί στο κενό. Συνεπώς, η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει αν υπάρχουν οικονομικοί υποστηρικτές στο παρασκήνιο ή αν πρόκειται για καθαρά αυτοχρηματοδοτούμενη προσπάθεια; Υπάρχουν επιχειρηματικά ή πολιτικά συμφέροντα που βλέπουν στον νέο αυτό φορέα ένα χρήσιμο εργαλείο πίεσης ή αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού; «Λένε ότι παίρνει ψήφους από την Ελληνική Λύση, το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ. Από τη ΝΔ γιατί δεν παίρνει;» διερωτήθηκε με νόημα ο Στέφανος Χίος μέσα από τον ΜΑΧΗ FM 99,8.
Ένα ακόμη ερώτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι αν η πολιτική κίνηση της Μαρίας Καρυστιανού εξυπηρετεί – έστω άθελά της – μικροπολιτικά παιχνίδια. Σε μια περίοδο όπου το πολιτικό σύστημα αναζητά νέα πρόσωπα και «αντισυστημικά» αφηγήματα, η αξιοποίηση ενός κοινωνικού τραύματος ως πολιτικού κεφαλαίου εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους.
Η Ιστορία, στην Ελλάδα και διεθνώς, βρίθει παραδειγμάτων όπου η κοινωνική οργή διοχετεύτηκε σε πολιτικά σχήματα χωρίς βάθος, με αποτέλεσμα απογοήτευση, διάλυση ή ενσωμάτωση στο ίδιο σύστημα που υποτίθεται ότι πολεμούσαν. Τα παραδείγματα κομμάτων διαμαρτυρίας που ήταν στιγμιαία πυροτεχνήματα, είναι δεκάδες. Η Μαρία Καρυστιανού δεν μπορεί και δεν πρέπει να ζητά – ρητά ή άρρητα – εξαίρεση από την πολιτική κριτική λόγω της προσωπικής της τραγωδίας. Η διεκδίκηση δικαιοσύνης για τα Τέμπη ήταν και παραμένει απολύτως θεμιτή και αναγκαία. Ναι, να πάνε φυλακή όλοι όσο ψηλά και αν βρίσκονται.
Αν η Μαρία Καρυστιανού θέλει να σταθεί ως πολιτική παρουσία, τότε οφείλει να απαντήσει καθαρά, δημόσια και χωρίς υπεκφυγές στα ερωτήματα που γεννά η επιλογή της, τα οποία έθεσε ο Στέφανος Χίος σε ένα «θερμό καλωσόρισμα» στο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας.
